Contact Info
- 96 Queen Park, Los Vegas, USA
- +1 800 555 44 00
- mail@example.com
- Office Hrs: Today 9.00am to 6.00pm
Η εισαγωγή στον υπό διαμόρφωση Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών ειδικής πρόβλεψης για τη «Φωνή του Παιδιού» στην οικογενειακή διαμεσολάβηση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα. Αναγνωρίζει το παιδί ως αυτοτελή φορέα δικαιωμάτων και επιχειρεί να δώσει πραγματικό περιεχόμενο στο δικαίωμά του να ακούγεται στις διαδικασίες που αφορούν άμεσα τη ζωή, την οικογένεια και το μέλλον του.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημείο του άρθρου 95 που θεωρώ ότι χρειάζεται ουσιαστική επανεξέταση: η πρόβλεψη ότι η αυτοτελής κατ’ ιδίαν συνεδρία του οικογενειακού διαμεσολαβητή με το ανήλικο τέκνο πραγματοποιείται «με την υποχρεωτική συμμετοχή παιδοψυχολόγου».
Ο προβληματισμός μου δεν αφορά, φυσικά, ούτε την αξία ούτε την αναγκαιότητα της συμβολής των ψυχολόγων όταν ένα παιδί τη χρειάζεται. Αφορά κάτι διαφορετικό: τι ακριβώς είναι η Child-Inclusive Mediation, ποιος είναι ο ρόλος του διαμεσολαβητή μέσα σε αυτήν και πώς προστατεύουμε το παιδί από τη σύγχυση διαφορετικών επαγγελματικών ρόλων.
Η Child-Inclusive Mediation δεν είναι ψυχολογική αξιολόγηση.
Δεν είναι θεραπευτική παρέμβαση. Δεν αποτελεί διαδικασία διάγνωσης ούτε μηχανισμό διερεύνησης του «τι πραγματικά συμβαίνει» στην ψυχική κατάσταση του παιδιού.
Είναι πρωτίστως μία συζήτηση.
Μία προσεκτικά οργανωμένη, ασφαλής και εμπιστευτική συζήτηση, κατά την οποία ένας ειδικά εκπαιδευμένος οικογενειακός διαμεσολαβητής δίνει στο παιδί την ευκαιρία να εκφράσει, εφόσον το επιθυμεί, τις σκέψεις, τις ανάγκες, τις ανησυχίες και τις επιθυμίες του γύρω από τις αλλαγές που συμβαίνουν στην οικογένειά του.
Ο διαμεσολαβητής δεν ανακρίνει το παιδί. Δεν επιχειρεί να ανιχνεύσει «κρυμμένα» νοήματα. Δεν αναλύει ψυχολογικά όσα ακούει. Δεν πιέζει το παιδί να μιλήσει και, πάνω απ’ όλα, δεν του μεταφέρει την ευθύνη της απόφασης.
Ακριβώς αυτό είναι και το στοιχείο που καθιστά τη διαδικασία τόσο ιδιαίτερη.
Ο πρόσφατος Guide on the Participation of Children in Family Mediation (Child Inclusive Mediation) in Council of Europe Member States, CEPEJ(2025)17, που υιοθετήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, περιγράφει τη Child-Inclusive Mediation ως εξειδικευμένη μορφή οικογενειακής διαμεσολάβησης, στην οποία ο κατάλληλα εκπαιδευμένος CIM mediator πραγματοποιεί χωριστή και εμπιστευτική συνάντηση με το παιδί. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται όχι στην υποχρεωτική παρουσία ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας, αλλά στην ειδική εκπαίδευση και επάρκεια του ίδιου του διαμεσολαβητή.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της συζήτησης.
Η Child-Inclusive Mediation δεν αποτελεί μια θεωρητική ή πειραματική κατασκευή. Στην Αγγλία και την Ουαλία έχει ήδη διαμορφωθεί εδώ και χρόνια ένα οργανωμένο πλαίσιο συμμετοχής των παιδιών στην οικογενειακή διαμεσολάβηση και ειδικής εκπαίδευσης των mediators που συναντούν απευθείας παιδιά.
Η εμπειρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η ουσιαστική ακρόαση του παιδιού μπορεί να ενταχθεί στη διαμεσολάβηση χωρίς να μετατρέπεται η διαδικασία σε ψυχολογική αξιολόγηση. Αντίθετα, η φωνή του παιδιού μπορεί να βοηθήσει τους γονείς να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες και την εμπειρία του και να οδηγηθούν σε λύσεις περισσότερο προσανατολισμένες στο συμφέρον και στην ευημερία του.
Η συμμετοχή των παιδιών στην οικογενειακή διαμεσολάβηση είναι επίσης καλά εδραιωμένη στη Νορβηγία και σε άλλες σκανδιναβικές πρακτικές, ενώ η Child-Inclusive Mediation αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσεται και στην ηπειρωτική Ευρώπη. Ήδη εφαρμόζεται ή αναπτύσσεται μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα, πιλοτικές εφαρμογές και ευρωπαϊκά δίκτυα σε διάφορες χώρες.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε έναν θεσμό από το μηδέν. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη γνώση, την εμπειρία και τις καλές πρακτικές που έχουν ήδη αναπτυχθεί διεθνώς, προσαρμόζοντάς τες βεβαίως στο ελληνικό θεσμικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Η συνάντηση με ένα παιδί απαιτεί αναμφίβολα ειδική γνώση. Δεν αρκεί η γενική εκπαίδευση στην οικογενειακή διαμεσολάβηση.
Ο διαμεσολαβητής που αναλαμβάνει Child-Inclusive Mediation χρειάζεται πρόσθετη εκπαίδευση στην ανάπτυξη του παιδιού, στη θεωρία του δεσμού, στις επιπτώσεις του χωρισμού, στην αναγνώριση κινδύνων, στην ενδοοικογενειακή βία, στη διαφορετικότητα, στην αναπηρία, στο safeguarding και, βεβαίως, σε ειδικές δεξιότητες επικοινωνίας με παιδιά και εφήβους.
Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη: να κατανοεί απολύτως τα όρια του ρόλου του.
Όπως πολύ εύστοχα μου επισήμανε σε σχετική συζήτησή μας φίλη και έμπειρη family mediator από την Αγγλία, τρία από τα στοιχεία που κάνουν τη Child-Inclusive Mediation αποτελεσματική είναι ακριβώς ο διακριτός ρόλος του mediator, η εμπιστευτικότητα και η ειδική εκπαίδευσή του.
Η ίδια επισημαίνει κάτι που θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: όταν προστίθεται στη συνάντηση ακόμη ένας επαγγελματίας, χωρίς να έχουν χαρτογραφηθεί με απόλυτη σαφήνεια τόσο ο ρόλος του καθενός όσο και ο τρόπος με τον οποίο οι δύο ρόλοι αλληλεπιδρούν, το παιδί μπορεί τελικά να γίνει περισσότερο και όχι λιγότερο ευάλωτο.
Και αυτό μας οδηγεί στο βασικό πρόβλημα της προτεινόμενης διάταξης.
Το άρθρο 95 περιγράφει αρκετά αναλυτικά τι κάνει και τι δεν κάνει ο διαμεσολαβητής. Ο διαμεσολαβητής ενημερώνει το παιδί, προστατεύει την εμπιστευτικότητα, γνωστοποιεί στους γονείς μόνο όσα το ίδιο το παιδί επιθυμεί να μεταφερθούν και δεν συντάσσει έκθεση αξιολόγησης ούτε διατυπώνει γνώμη ή σύσταση για ζητήματα γονικής μέριμνας, επιμέλειας ή επικοινωνίας.
Για τον παιδοψυχολόγο, όμως, δεν προσδιορίζεται ουσιαστικά τίποτε.
Θα συνομιλεί με το παιδί; Θα θέτει ερωτήσεις; Θα παρατηρεί; Θα αξιολογεί; Θα μπορεί να παρεμβαίνει; Θα καταγράφει; Θα εκφέρει επιστημονική άποψη; Θα δεσμεύεται από ακριβώς την ίδια μορφή εμπιστευτικότητας; Τι θα συμβεί εάν θεωρεί ότι κάτι που το παιδί δεν επιθυμεί να κοινοποιηθεί πρέπει να μεταφερθεί στους γονείς; Και ποιος τελικά έχει την ευθύνη της συνεδρίας;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι δευτερεύοντα. Αφορούν την ίδια την ασφάλεια της διαδικασίας.
Πολύ περισσότερο επειδή ο ρόλος του ψυχολόγου είναι διαφορετικός. Ο ψυχολόγος μπορεί, ανάλογα με το πλαίσιο, να αξιολογεί, να παρέχει συμβουλευτική ή θεραπευτική υποστήριξη. Ο mediator στη CIM δεν αξιολογεί, δεν διαγιγνώσκει, δεν θεραπεύει και δεν γνωμοδοτεί. Ακούει και, εφόσον το παιδί το επιθυμεί, μεταφέρει το μήνυμά του χωρίς να προσθέτει τη δική του ερμηνεία.
Η Lisa Parkinson, μία από τις σημαντικότερες μορφές της Child-Inclusive Mediation διεθνώς, έχει μάλιστα επισημάνει τον κίνδυνο «duplication and confusion of roles» όταν διαφορετικές παρεμβάσεις γύρω από το παιδί αλληλεπικαλύπτονται.
Επιπλέον ζήτημα: ο όρος «παιδοψυχολόγος» στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο
Περαιτέρω, προβληματισμό δημιουργεί η ίδια η χρήση από το άρθρο 95 του όρου «παιδοψυχολόγος» χωρίς οποιονδήποτε προσδιορισμό των τυπικών ή ουσιαστικών προσόντων.
Από το υφιστάμενο ελληνικό διοικητικό και επαγγελματικό πλαίσιο δεν προκύπτει αυτοτελής, νομοθετικά ρυθμιζόμενη επαγγελματική ειδικότητα ούτε χωριστή άδεια άσκησης επαγγέλματος «παιδοψυχολόγου». Η επίσημη διοικητική διαδικασία του Υπουργείου Υγείας αφορά την αναγγελία και τη βεβαίωση άσκησης του επαγγέλματος του ψυχολόγου.
Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι δεν υπάρχουν ψυχολόγοι με ιδιαίτερη και πολύ υψηλή εξειδίκευση στην ψυχολογία παιδιών και εφήβων. Σημαίνει όμως ότι ο όρος «παιδοψυχολόγος» δεν αντιστοιχεί, κατά το ισχύον πλαίσιο, σε αυτοτελή κρατικά κατοχυρωμένη ειδικότητα με ενιαίες νομοθετικά καθορισμένες προϋποθέσεις και ιδιαίτερη άδεια, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με την ιατρική ειδικότητα της παιδοψυχιατρικής. Οι επίσημες ρυθμίσεις διακρίνουν τον ψυχολόγο από τον παιδοψυχίατρο και για τον τελευταίο απαιτούν ειδικό τίτλο ιατρικής ειδικότητας.
Κατά συνέπεια, όταν μία νομοθετική διάταξη καθιστά την παρουσία «παιδοψυχολόγου» υποχρεωτική προϋπόθεση μιας διαδικασίας, πρέπει τουλάχιστον να καθορίζει με σαφήνεια ποιος θεωρείται παιδοψυχολόγος για την εφαρμογή της: ποια βασική άδεια, ποια μεταπτυχιακή ή άλλη εξειδίκευση, πόση εμπειρία με παιδιά και εφήβους και ποια ειδική γνώση οικογενειακών συγκρούσεων και Child-Inclusive Mediation απαιτείται. Το άρθρο 95, όπως είναι σήμερα διατυπωμένο, δεν παρέχει τέτοιον ορισμό.
Ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο ερώτημα.
Η παρουσία δύο ενηλίκων «ειδικών» απέναντι από ένα παιδί δεν είναι κατ’ ανάγκη περισσότερο προστατευτική. Για ορισμένα παιδιά μπορεί να είναι περισσότερο αγχωτική ή ακόμη και εκφοβιστική.
Αντί να βιώνουν τη συνάντηση ως έναν προσωπικό και ασφαλή χώρο, όπου ένας άνθρωπος βρίσκεται εκεί απλώς για να τα ακούσει, μπορεί να αισθανθούν ότι βρίσκονται ενώπιον μιας μικρής επιτροπής ή ότι πρόκειται να αξιολογηθούν.
Και τότε αλλάζει ολόκληρη η ποιότητα της συνάντησης.
Πολλές φορές, από τον φόβο μας για τη Child-Inclusive Mediation, την κάνουμε πιο περίπλοκη από όσο χρειάζεται. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία απλή, προσεκτική συζήτηση με ένα παιδί – όχι για ψυχολογική εξέταση ή θεραπευτική παρέμβαση. Αν ένα παιδί χρειάζεται τέτοια υποστήριξη, τότε αυτό είναι ένα διαφορετικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί με τους γονείς και με τον κατάλληλο επαγγελματία.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
Από τη Child-Inclusive στη συμπεριληπτική διαμεσολάβηση
Η ενασχόλησή μου με τη συμμετοχή του παιδιού στη διαμεσολάβηση δεν περιορίζεται μόνο στη θεωρητική μελέτη του θεσμού.
Ως οικογενειακή και διασυνοριακή διαμεσολαβήτρια συμμετέχω εδώ και αρκετά χρόνια, τόσο προσωπικά όσο και μέσα από το Connecting Worlds, σε ευρωπαϊκά δίκτυα και εκπαιδευτικές δράσεις που αφορούν την οικογενειακή διαμεσολάβηση. Είμαι ειδικά εκπαιδευμένη στη συμμετοχή του παιδιού στη διαμεσολάβηση και έχω συμμετάσχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε εκπαιδευτικές δράσεις μαζί με εξαιρετικούς και ιδιαίτερα έμπειρους συναδέλφους, μεταξύ των οποίων και η Lisa Parkinson, ψυχολόγος, family mediator και διεθνώς αναγνωρισμένη εκπαιδεύτρια με πολυετή εμπειρία στον χώρο.
Η ενασχόληση αυτή μάς έχει οδηγήσει, μαζί με τη συνάδελφό μου Fedoua Ait-Baha, ένα βήμα παραπέρα: στην ανάπτυξη και υλοποίηση εκπαιδευτικών σεμιναρίων συμπεριληπτικής διαμεσολάβησης.
Η αφετηρία είναι ακριβώς η ίδια με εκείνη της Child-Inclusive Mediation: ότι δεν αρκεί να προσκαλούμε κάποιον στη διαδικασία· πρέπει να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε να μπορεί πραγματικά να συμμετέχει και να ακούγεται.
Η συμπεριληπτική διαμεσολάβηση, όπως την προσεγγίζουμε, αφορά βεβαίως τα πολυπολιτισμικά οικογενειακά πλαίσια, αλλά δεν περιορίζεται στη διαφορετική εθνικότητα ή πολιτισμική προέλευση. Αφορά κάθε μορφή διαφορετικότητας μέσα στην οικογένεια: την αναπηρία, τη χρόνια ασθένεια, τη νευροδιαφορετικότητα, τις διαφορετικές γλωσσικές και πολιτισμικές αναφορές και γενικότερα κάθε ιδιαίτερη συνθήκη που μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ένα πρόσωπο επικοινωνεί, συμμετέχει, αντιλαμβάνεται και βιώνει τη σύγκρουση.
Υπό αυτή την έννοια, η Child-Inclusive Mediation αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σύγχρονης αντίληψης για τη διαμεσολάβηση: όχι μία ίδια διαδικασία για όλους, αλλά μία διαδικασία αρκετά ευέλικτη ώστε να επιτρέπει σε όλους να συμμετέχουν πραγματικά.
Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ο ψυχολόγος δεν μπορεί ή δεν πρέπει να έχει θέση γύρω από τη διαδικασία.
Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η συνεργασία με ψυχολόγο, παιδοψυχίατρο, κοινωνικό λειτουργό ή άλλο ειδικό μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική, ακόμη και αναγκαία. Η ανάγκη όμως αυτή πρέπει να αξιολογείται εξατομικευμένα, με βάση το συγκεκριμένο παιδί και τη συγκεκριμένη οικογένεια, και όχι να αποτελεί αυτοματοποιημένη προϋπόθεση κάθε συνομιλίας του mediator με ένα παιδί.
Παράλληλα, δημιουργείται και ένα πρόσθετο θεσμικό ζήτημα: ο όρος «παιδοψυχολόγος» χρησιμοποιείται χωρίς να προσδιορίζονται τα απαιτούμενα προσόντα, ενώ στο ελληνικό θεσμικό πλαίσιο δεν αντιστοιχεί σε αυτοτελή κρατικά ρυθμιζόμενη επαγγελματική ειδικότητα με ξεχωριστή άδεια άσκησης, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με την παιδοψυχιατρική. Εφόσον λοιπόν η παρουσία ενός συγκεκριμένου επαγγελματία καθίσταται υποχρεωτική από τον νόμο, θα πρέπει τουλάχιστον να είναι απολύτως σαφές ποιος πληροί αυτή την ιδιότητα και με ποια προσόντα.
Θα ήθελα, επίσης, να επισημάνω ότι ο προβληματισμός αυτός δεν είναι μόνο δικός μου.
Στον ελληνικό χώρο υπάρχουν οικογενειακοί διαμεσολαβητές με ουσιαστική και εξειδικευμένη εκπαίδευση, ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στο παιδί και συνεχή ενημέρωση για τις σύγχρονες εξελίξεις στην οικογενειακή διαμεσολάβηση. Επαγγελματίες που δεν αντιμετωπίζουν τη διαμεσολάβηση απλώς ως έναν τρόπο επίλυσης μιας νομικής διαφοράς, αλλά ως μία διαδικασία που μπορεί να συμβάλει στην προστασία του παιδιού, στην ευημερία του μετά τον χωρισμό των γονέων του και, τελικά, στην ευημερία ολόκληρης της οικογένειας.
Γιατί το διαζύγιο ή ο χωρισμός δεν σημαίνει ότι η οικογένεια παύει να υπάρχει. Η μορφή της αλλάζει. Οι γονείς παύουν να είναι ζευγάρι, αλλά εξακολουθούν να είναι γονείς, και το παιδί εξακολουθεί να έχει ανάγκη από ένα οικογενειακό σύστημα που, παρά την αναδιοργάνωσή του, μπορεί να λειτουργήσει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια, σταθερότητα και σεβασμό.
Ακριβώς γι’ αυτό, μεταξύ οικογενειακών διαμεσολαβητών που έχουν επενδύσει ιδιαίτερα στην εκπαίδευσή τους, στην προστασία των παιδιών και στην παρακολούθηση των ευρωπαϊκών εξελίξεων, η συγκεκριμένη πρόβλεψη για υποχρεωτική παρουσία παιδοψυχολόγου σε κάθε αυτοτελή συνάντηση με το παιδί δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ερωτήματα όχι ως προς την αξία της ψυχολογικής επιστήμης – η οποία είναι δεδομένη – αλλά ως προς το εάν μια τέτοια γενική και ανεξαίρετη υποχρέωση είναι πράγματι αναγκαία, εάν υπηρετεί τον σκοπό της Child-Inclusive Mediation και εάν βρίσκεται σε αρμονία με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις και τη διεθνή πρακτική.
Κυρίως, όμως, τίθεται ένα πρακτικό ερώτημα: θα κάνει αυτή η πρόβλεψη τη διαδικασία ασφαλέστερη και αποτελεσματικότερη για το παιδί στο ελληνικό πλαίσιο ή κινδυνεύει, αντιθέτως, να καταστήσει δυσκολότερη, πιο σύνθετη και περισσότερο φορτισμένη μια συνάντηση που έχει ως πρωταρχικό σκοπό κάτι πολύ απλό και πολύ σημαντικό – να δώσει στο παιδί έναν ασφαλή χώρο για να ακουστεί;
Θεωρώ, συνεπώς, ότι η κατεύθυνση θα έπρεπε να είναι διαφορετική.
Η βασική προϋπόθεση για την αυτοτελή συνάντηση με το παιδί θα πρέπει να είναι η ειδική, ουσιαστική και πιστοποιημένη εκπαίδευση του οικογενειακού διαμεσολαβητή στη Child-Inclusive Mediation, σε συμφωνία με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.
Η συμμετοχή ψυχολόγου ή άλλου ειδικού θα πρέπει να προβλέπεται όταν οι ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού ή της συγκεκριμένης υπόθεσης την καθιστούν αναγκαία – και πάντοτε με απολύτως σαφή οριοθέτηση των επαγγελματικών ρόλων, των αρμοδιοτήτων και της εμπιστευτικότητας.
Η Φωνή του Παιδιού χρειάζεται προστασία. Χρειάζεται γνώση, εκπαίδευση, δεοντολογία και ασφαλείς διαδικασίες.
Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέπουμε κάθε παιδί που θέλει απλώς να μιλήσει για όσα συμβαίνουν στη ζωή του σε παιδί που πρέπει αυτομάτως να βρίσκεται ενώπιον ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Γιατί η ουσία της Child-Inclusive Mediation βρίσκεται ακριβώς εκεί: να δημιουργήσουμε έναν χώρο στον οποίο το παιδί δεν εξετάζεται, δεν αξιολογείται και δεν καλείται να αποφασίσει. Απλώς ακούγεται. Και αυτό που επιλέγει να πει γίνεται σεβαστό.
